18/11/09

Ω... miki, miki
Γιατί άραγε έναν αιώνα να σε λένε μίκυ
γιατί άραγε να υπογράφεις λατινιστί και γαλιστί;

Καημόν δεν έχεις πια, παρά μονάχα έναν,
κέρδισες φήμην απέκτησες πλούτον
έφτιαξες πιστούς χουλιγκάνους οπαδούς
είσαι ο εις και αποκλειστικός απόστολος
των ιδεών και της επανάστασης
τι κι αν σε λέγαν αντρέα
διαφορά χρόνων επικράτησης.

Καημόν δεν έχεις πια παρά μονάχα έναν
οι γέλωτες και οι κλαυθμοί θα έρθουν από το μέλλον
όταν οι νέοι που έτρωγαν ξύλο για ένα δισκάκι σου
θα απουσιάζουν για να μετανιώσουν
κάνοντας παρέα εις τους προγόνους των
που το κορμί τους λίπασμα έριξαν
δια τους επαναστατικούς σου παιάνας.

Ω...miki miki
καημόν δεν έχεις πια, παρά μονάχα έναν
Μάνος δεν θα γενείς ποτέ.


16/11/09

Σσσσσσσσσσσς
ΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ
Σσσσσσσσσσσσσσσσσς
σσσσσσσσσς
σσσσσσσσσσσσσς

Σσσσσσσσσσσσσσσσς
σσσσσσσσσσσς
σσσσσσσσσσσσσσσς

Σσσσσσσσσσσσς
σσσσσσσσσς

ΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ
ΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ
Σσσσσσσσσσσσσσς

Σκάστε επιτέλους

μουγκόμυαλοι

15/11/09

Αλήθεια που ήμουνα τόσο καιρό;
Αλήθεια πόσος χρόνος πέρασε;

Σε κοίταξα και είδα τη ρυτίδα στα μάτια σου.
Σε κοίταξα και είδα άλλο χρώμα στα μαλλιά σου.

Το θλιμμένο βλέμμα σου καταρράκτης
που με σέρνει και με πνίγει χωρίς οξυγόνο.
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου
να γιάνω τις πληγές σου,
να γυρίσω πίσω στην αρχή
να φέρω το χαμόγελό σου,
να παλέψω με το χρόνο
να τον νικήσω να χαμογελάσεις.

Μα τι λέω είμαι ανήμπορος πια
γιατί από μια θλιμμένη Κυριακή
μέχρι την επόμενη την κουρασμένη
μεσολαβεί μια ζωή.

13/11/09


Χαράματα και η μπόχα από το χνώτο σου
ίδια με τον σκουπιδοτενεκέ.
Αλτ φώναξες σε δυο σκιές που γονατιστές
προσκυνούσαν τον επιούσιο στον κάδο.

Οι μολυβένιες ζωγραφιές της νύχτας δε σάλεψαν,
τι άλλο να φοβηθούν.
Ούρλιαξες φτύνοντας με το όπλο στο χέρι,
οι σκιές δε σάλεψαν, τι άλλο να φοβηθούν.

Την ώρα που τους έσερνες
σημασία δεν σου έδιναν
μόνο προσπαθούσαν με το ελεύθερο χέρι
να φέρουν τα αποφάγια στο στόμα
...τι άλλο να φοβηθούν.
Έβρισες το θεό τους γιατί δεν ήταν δικός σου
γέλασες με την ανθρώπινη κατάντια
μίλησες στους ασυρμάτους για την επιτυχία.
Τέσσερα μάτια σε ρώταγαν γιατί
μα εσύ δεν καταλάβαινες τη γλώσσα τους.

Μπράβο που φύλαξες κι απόψε τα σκουπίδια σου.
Να προσέχεις όμως μην πεινάσεις κάποια φορά.

11/11/09

Το χρώμα σου μαύρο

μπορεί και πιο σκοτεινό

όσα φώτα και να πέσουν πάνω σου

δε λογαριάζεις τίποτε.


Οι στροφές σου επικίνδυνες

όταν γίνεσαι δρόμος ταχύτητας

η αγκαλιά σου γλυκιά

όταν γίνεσαι μάνα

το βλέμμα σου δολοφονικό

όταν γίνεσαι προδομένη ύπαρξη.


Είσαι η υπομονή

που τα αντέχει

που τα ακούει όλα

είσαι η έρημος και η όαση μαζί.


Παρηγοριά στα μάτια

που σε κοιτάζουν επίμονα

κρατάς φυλαχτό

το δάκρυ που σου εμπιστεύονται.


Απόψε θα’ ρθω να σε βρω

πεθύμησα την αγκαλιά σου.

Μέτριο ανάστημα

επί

σπινθηροβόλο βλέμμα

συν

φωνή κλαίουσα

συν

απουσία ζωής

επί

γνώστης των πάντων

ίσον

νέος αφέντης


Λειψό μεροκάματο

μείον

ασφάλιση

συν

δεκάωρο

ίσον

όλα καλά....

6/11/09


Για να δω πέντε μεροκάματα
Για να πιω τρία μεροκάματα
Για να μιλήσω δυο μεροκάματα
Για να ζεσταθώ τρία μεροκάματα

Έχω μόνο τα επτά μεροκάματα
της απόλυσής μου.
Ας φαω μέχρι να βρω μεροκάματο

και βλέπουμε.

4/11/09

Φωνές
άφωνων ερπετών

κρωξίματα
μουγκών εγκεφάλων

πείνα
στερημένων υπάρξεων

αίμα
στο βελούδο

σφαγείο
στο σκυμμένο κεφάλι

ακόρεστη
δίψα για σάρκα ψυχής

Ο διαφορετικός
τα υπομένει όλα


στον Μανώλη Λιδάκη

2/11/09

Τόσα χρόνια

στην ίδια στάση

την ίδια ώρα

χαράματα

μοσχοβολάς

στη βρωμερή ανάσα

της πόλης.


Σε καταπίνει

κάποιο θηρίο

και χάνεσαι

μέχρι το άλλο

χάραμα.


Τόσα χρόνια

νυσταγμένο βλέμμα

που δε χόρτασε ζωή

τόσα χρόνια...

και δε ρώτησα

τ’ όνομά σου.

1/11/09

................................-Σε λίγο θα χαράξει σήκω...


................................-Άσε ν’ ακούσω να λαλήσει ο πετεινός

................................ έστω το κελάηδημα κάποιου αηδονιού


................................-Βολέψου με ότι ακούς...

.................................με το αγκομαχητό του απορριμματοφόρου

.................................με τις βρισιές των εργατών

............................... που σπρώχνουν την παραγωγή σου στα σπλάχνα του